BETA nonprofit public democratic european moderated

ignore🐕‍🦺🦮

2 posts

ignore🐕‍🦺🦮

Mentions and quotes

Το 2002, ως φοιτητής, εργαζόμουν για ένα φεγγάρι στην υποδοχή ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ της εποχής. Μια πόρτα δίπλα ήταν το Ηχοδρόμιο, ήταν από εκείνες τις εποχές που η νύχτα είχε άλλη ένταση. Εκείνο το βράδυ στο Ηχοδρόμιο τραγουδούσε ο Γιώργος Μαζωνάκης. Θυμάμαι τον κόσμο να περιμένει από νωρίς. Κοστούμια στην πένα, λαμπερά φορέματα, Και μέσα σ'όλη αυτή τη λάμψη υπήρχε ένας άνθρωπος που σχεδόν κανείς δεν πρόσεχε. Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος. Απ'αυτούς που κάνουν τη δουλειά τους, δεν ενοχλούν κανέναν και στο τέλος της βραδιάς φεύγουν χωρίς να τους θυμάται σχεδόν κανείς. Εκείνο το βράδυ, όμως, κάτι τον απασχολούσε. Στεκόταν μόνος του στο πίσω μέρος του μπαρ, σ' ένα μισοσκότεινο σημείο κοντά στην αποθήκη με τα ποτά. Δε χαμογελούσε. Κάποια στιγμή τον είδα να σκουπίζει τα μάτια του. Δε ρώτησα. Στη δουλειά της νύχτας μαθαίνεις να μη ρωτάς πάντα. Όταν αργότερα τον πλησίασα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, μου είπε μόνο: -"Άσε με λίγο εδώ... Δεν έχω διάθεση για πολλά-πολλά. Συγγνώμη". Δεν επέμεινα. Αργότερα, από την εξέλιξη της ιστορίας, κατάλαβα ότι η κόρη του, που ζούσε μακριά, δεν του απαντούσε στις κλήσεις. Είχε προηγηθεί ένας άσχημος καβγάς μεταξύ τους κι εκείνη, θυμωμένη, δε σήκωνε το τηλέφωνο. Κι αυτό τον είχε διαλύσει. Όχι μόνο επειδή του έλειπε. Αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι δίπλα της, να την κοιτάξει στα μάτια, ίσως να της ζητήσει συγγνώμη, να μιλήσουν, να τα βρουν. Είναι εκείνη η περίεργη ενοχή που νιώθει ένας γονιός όταν το παιδί του πονάει, είναι ψυχραμένο μαζί του και βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά χάνοντας την ευκαιρία να δοθούν πρόσωπο με πρόσωπο εξηγήσεις και να λυθούν τυχόν παρεξηγήσεις... Λίγο πριν ανέβει στην πίστα για το πρόγραμμά του, πέρασε δίπλα του ο Μαζωνάκης. Δεν ξέρω αν κάποιος του το είχε πει ή αν απλώς τον πρόσεξε περνώντας. Υποθέτω το δεύτερο. Εγώ βρισκόμουν περίπου τέσσερα-πέντε μέτρα μακριά. Αρκετά κοντά, όμως, ώστε ν' ακούω τη συζήτησή τους. Πέρασε δίπλα του. Σταμάτησε. Τον κοίταξε. -"Όλα καλά;". -"Καλά", Γιώργο. Μια απάντηση που όλοι ξέρουμε ότι σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μαζωνάκης δεν τον προσπέρασε. Κάθισε δίπλα του. Και τότε ο άνθρωπος λύγισε. Μέσα στα κλάματα, του μίλησε για την κόρη του. Για το τηλέφωνο. Για τις κλήσεις που έμεναν αναπάντητες. Για εκείνη τη σιωπή που, όταν έρχεται από έναν άνθρωπο που αγαπάς, μπορεί να γίνει πιο βαριά κι από μια πολύωρη κουβέντα με φωνές και εντάσεις... Ο Μαζωνάκης τον άκουγε. Δεν του έδωσε συμβουλές. Δεν του είπε το τυπικό «μην στεναχωριέσαι, όλα καλά θα πάνε». Απλώς τον άκουγε. Κάποια στιγμή σηκώθηκε. -"Δώσε μου το τηλέφωνό της". Την πήρε από το προσωπικό του τηλέφωνο. Θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του: -"Κοπελιά, ο Γιώργος ο Μαζωνάκης είμαι. Δε σε ξέρω. Αλλά εδώ δίπλα μου έχω έναν πολύ γλυκό άνθρωπο. Τον μπαμπά σου. Κι όταν τον δεις και βρεθείτε, σε παρακαλώ, κάν' του μια αγκαλιά και κάν'το για πάρ'τη μου". Έκλεισε το τηλέφωνο. Έδωσε το χέρι στον άνθρωπο, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, του έκλεισε το μάτι κι επέστρεψε στην πίστα για τις τελευταίες πρόβες. Λίγο αργότερα έκανε το πρόγραμμά του. Τραγούδησε μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους. Τον χειροκρότησαν, τον αποθέωσαν, φώναξαν το όνομά του. Όμως εκείνη τη στιγμή, δεν είχε φερθεί σαν κανένας ψωνισμένος με μπλαζέ ύφος «σταρ» της κακιάς ώρας, απ'αυτούς που συνηθίζουν να το παίζουν βαριά πεπόνια χτίζοντας τον δήθεν μύθο τους. Ήταν απλώς ένας άνθρωπος που είδε έναν άλλον άνθρωπο να πονάει και στάθηκε δίπλα του. Έστω για εκείνα τα τρία-τέσσερα λεπτά που κράτησε το σκηνικό. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πραγματικό μεγαλείο. Όχι να σε χειροκροτούν και να σε αποθεώνουν οι πολλοί. Αλλά να μπορείς, μέσα σε μια νύχτα γεμάτη φώτα, να προσέξεις τον έναν άνθρωπο που στέκεται μόνος στο σκοτάδι. Να σταθείς δίπλα του. Να τον ακούσεις. Να του δώσεις, έστω για λίγα λεπτά, την αίσθηση πως δεν είναι μόνος. Την ώρα που όλοι κοιτούν εσένα, εσύ να κοιτάξεις κάποιον άλλον. Και στην τελική ίσως αυτό να έλειπε κι απ'τον ίδιον:κάποιος να τον κοιτάξει στα σκοτάδια του. #Νύχτα #Μουσική #Συναίσθημα

Στο σήριαλ ''Στο κάμπινγκ'', ο ρόλος τού Μάιμου δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο. Εκείνη την εποχή ένας Σουηδός σκηνοθέτης ζήτησε να δει δουλειά μου. Ήθελα να βρω υλικό και άρχισα να μαζεύω σκηνές. Δέκα χρόνια πριν, είχα κάνει έναν άλλο, παρόμοιο ρόλο, τον ''Μπε'', στο σήριαλ ''Μεθυσμένη Πολιτεία''. Πήγα στην ΕΡΤ να ζητήσω τις κασέτες, μου είπαν ότι είχανε σβήσει τη σειρά, το οποίο δεν ίσχυε, αλλά εγώ το 'φαγα. Είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ. Τότε κάναμε προεργασία για το σήριαλ ''Στο κάμπινγκ''. Ο φίλος Αντρέας Θωμόπουλος, ο σκηνοθέτης του σήριαλ, μου είπε: ''Νίκο συγκεντρώσου. Τώρα ξεκινάμε άλλη δουλειά.'' Το βιολί μου εγώ: ''Μα να σβήσουνε τη Μεθυσμένη Πολιτεία;'' Και μου λέει: ''Αν είναι να ηρεμήσεις, κάνε έναν ίδιο ρόλο εδώ!..'' Κάνω μία παύση είκοσι δευτερολέπτων, που οι σκέψεις πέφτουνε βροχή, και τον ρωτάω: ''Και τον Μήτσο ποιος θα τον κάνει;'' Γιατί αυτός ήταν ο δικός μου ρόλος. Κάνει τότε παύση ο Αντρέας, το επεξεργάζεται και μου λέει: ''Αντέχουν τα κότσια σου να κάνεις δύο ρόλους; Και για μένα είναι πρόκληση και για σένα. Το πάμε;'' Δώσαμε τα χέρια αμέσως. Και για μένα ήτανε μαγκιά που έπαιζα δύο ρόλους, και για τον Αντρέα που με σκηνοθετούσε. Παίρνω το αμάξι, κατεβαίνω στο χωριό, πάω στο ποτάμι που πήγαινα πιτσιρικάς και αρχίζω να σκέφτομαι, αρχίζω να σκαλίζω όσες εμπειρίες έχω από ανθρώπους με ειδικές ανάγκες που είχα δει μέχρι τότε. Έχω ένα ντοσιέ κι ένα μολύβι και κάθε φορά που βρίσκω μια ιδέα τη γράφω. Αυτοί οι ρόλοι είναι επικίνδυνοι. Ένα λίγο παρακάτω, ένα λίγο παραπάνω, ή έχεις ξεφτιλιστεί εσύ, ή έχεις ξεφτιλίσει αυτόν που κάνεις. Για μένα είναι πρόκληση αυτό. Κάνω πρόβες στο σπίτι και χτυπάει το κουδούνι ο ηθοποιός Αντρέας Βαρούχας, που έκανε τον μάγειρα στο ''Κάμπινγκ'' - έφυγε κι αυτός. Είχε γύρισμα σ' ένα θέατρο και ήρθε να δανειστεί κάτι βιβλία για μια σκηνή και με πετυχαίνει στο πώς είχα ντυθεί Μάιμος. Του ανοίγω, ''Πώς είσαι έτσι;'' με ρωτάει, του λέω: ''Κάνω πρόβα γιατί θέλω να κατέβω στο δρόμο για να δω αν θα με αναγνωρίσουν.'' ''Πάμε στο γύρισμα'' του λέω, ανεβαίνω στο μηχανάκι του και μ' αφήνει παραδίπλα από το θέατρο. Περνάω από το φουαγιέ, ο σκηνοθέτης λέει ''Τί θέλει αυτός; Διώξτε τον, διώξτε τον!'', του κάνω ''Έλα, δώε ένα πενηνταάκι το Μάιμο'', ''Φύγε αγόρι μου, σε παρακαλώ'', μου λέει και φεύγω. Δε λέω τίποτα. Αργότερα, όταν βγήκε ο ρόλος στην τηλεόραση, τους είπε ότι εκείνη τη μέρα ήμουν εγώ ντυμένος έτσι. Για τα γυρίσματα ήμασταν τρεις μήνες στο κάμπινγκ. Γουστάραμε όλοι, δεν είχαμε πάει μόνο για το μεροκάματο. Θυμάμαι μια σκηνή, που είμαι στο μνήμα και κλαίω τη μάνα μου. Το κάναμε τρεις φορές, κάθε φορά μονοπλάνο, και μετά μ' έπαιρναν τηλέφωνο από το μοντάζ, να πάω να διαλέξω. Δεν ξέρανε ποιο να διαλέξουνε, γιατί ήταν όλα ωραία. Η έγνοια μας ήτανε μία: Πώς θα βγει το καλύτερο αποτέλεσμα. Όλοι μιλάνε ακόμη για το ''Κάμπινγκ''. Εγώ θα τα τινάξω και ο Μάιμος ακόμη θα τραγουδάει... Νίκος Καλογερόπουλος καλό ταξίδι στο φως εκεί που ανήκει. #ΣτηΝέαΤηλεόραση #Ηθοποιός #Κωμωδία