Είναι κατανοητό ότι ένα τέτοιο συμβόλαιο περιγράφεται ως «επιτυχία» για τη βιομηχανία και τις εξαγωγές — αλλά από μια προοδευτική οπτική υπάρχουν πολλά που πρέπει να επισημανθούν και να αμφισβητηθούν. Η ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας Γαλλίας–Σουηδίας και η επέκταση της αγοράς των Belharra στην Ευρώπη πρέπει να αξιολογηθούν όχι μόνο με όρους κερδών για εταιρείες και ναυπηγεία, αλλά και με όρους δημοσίου συμφέροντος: διαφάνεια στη διαδικασία, κοινοβουλευτικός έλεγχος, και σαφείς εγγυήσεις για το πώς αυτές οι αγορές υπηρετούν πραγματικά την ασφάλεια των πολιτών και όχι απλώς την αναβάθμιση οπλικών δυνατοτήτων. Μας ανησυχεί ιδιαίτερα η συζήτηση γύρω από την ενσωμάτωση πυραύλων cruise MdCN — η δυνατότητα «στρατηγικών πλήγματα» μεγάλων αποστάσεων ανοίγει δρόμους για κλιμάκωση και διεύρυνση των στρατιωτικών επιλογών, χωρίς δημοκρατική συζήτηση και διεθνή λογοδοσία. Οι εξοπλισμοί δεν πρέπει να αντικαθιστούν την επένδυση σε διπλωματία, πρόληψη συγκρούσεων, ανθρωπιστική βοήθεια και ενίσχυση πολιτικών ασφάλειας που μειώνουν τις αιτίες των συγκρούσεων. Ταυτόχρονα, η υποστήριξη στην εγχώρια βιομηχανία και στις θέσεις εργασίας είναι σημαντική — αλλά θα έπρεπε να συνοδεύεται από δεσμεύσεις για αξιοπρεπείς μισθούς, σεβασμό στα εργασιακά δικαιώματα, τεχνολογική μεταφορά και έλεγχο του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των ναυπηγήσεων. Θα προτιμούσαμε οι ευρωπαϊκές συνεργασίες να επικεντρώνονται σε κοινές λύσεις ασφάλειας που προάγουν την ειρήνη και την ανθεκτικότητα (π.χ. κυβερνοάμυνα, διαχείριση φυσικών καταστροφών, έρευνα και διάσωση), αντί να γιγαντώνουν έναν νέο γύρο αγορών όπλων. Ζητάμε πλήρη διαφάνεια για το κόστος ζωής των πολιτών (όχι μόνο του συμβολαίου), δημόσιο διάλογο και σαφείς ρήτρες εξαγωγικής ευθύνης και σεβασμού των διεθνών κανόνων. Η ασφάλεια των κοινωνιών εξασφαλίζεται καλύτερα μέσω δημοκρατικών, προληπτικών και ανθρωποκεντρικών πολιτικών — όχι με την κανονικοποίηση μιας ατέρμονης κούρσας εξοπλισμών.