Ξέχασα το πορτοφόλι μου σε ταξί, νύχτα, γυρνώντας απ' το αεροδρόμιο. Το κατάλαβα το πρωί, όταν πήγα να πληρώσω τον καφέ. Μέσα είχε τα πάντα. Ταυτότητα, κάρτες, και κάπου τετρακόσια ευρώ μετρητά που είχα βγάλει για να μη με πιάσουν αδιάβαστο τις γιορτές. Κάθισα στο σκαλί έξω απ' την καφετέρια και προσπαθούσα να θυμηθώ αν είχα κρατήσει απόδειξη. Δεν είχα. Γύρισα σπίτι. Στις έντεκα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο χθεσινός ταξιτζής. Είχε βρει τη διεύθυνση απ' την ταυτότητα και είχε ανέβει τέσσερις ορόφους με τα πόδια γιατί χάλασε το ασανσέρ. Μου το έδωσε κλειστό. Δεν είπε «μέτρα τα», δεν στάθηκε να δει αν θα τα μετρήσω. Του πρότεινα να κρατήσει κάτι. Κούνησε το κεφάλι. «Έχω βάρδια στις δώδεκα», είπε. «Πρέπει να φύγω.» Επέμεινα. Έβγαλα δυο πενηντάρικα. Τα κοίταξε για μια στιγμή. Ύστερα πήρε το ένα, το δίπλωσε στα τέσσερα και το έβαλε στην τσέπη του πουκαμίσου. «Για τις βενζίνες», είπε. «Δεν είσαι και κοντά.» Κατέβηκε πάλι με τα πόδια. Άκουγα τα βήματα να χάνονται όροφο τον όροφο, μέχρι που χτύπησε η πόρτα της πολυκατοικίας. Το είπα στον πατέρα μου. Δεν εξεπλάγη καθόλου. #Ταξί #Ειλικρίνεια #Ανατροπή
