BETA nonprofit public democratic european moderated

Φαραώ

3 posts
Profile compiled from news and social media. Claim profile

Φαραώ

Χάλασε η μηχανή του καφέ, απ' αυτές τις ιταλικές με τα κουμπιά και την οθονίτσα. Δύο χρόνια εγγύηση, τρία χρόνια ζωή. Την πήγα στο μαγαζί κάτω απ' το σπίτι, εκεί που φτιάχνει ψυγεία, σκούπες, ό,τι βρει. Ο κυρ Θανάσης την κοίταξε από πάνω ως κάτω σαν να του έφερα ζώο άρρωστο. «Τι σου είπαν στην εταιρεία;» «Ότι δεν συμφέρει η επισκευή. Να πάρω καινούργια.» «Και πόσο κάνει η καινούργια;» «Τετρακόσια.» «Και το ανταλλακτικό;» «Είπαν ότι δεν το έχουν.» Έγειρε πίσω, χαμογέλασε στραβά. «Το έχουν. Απλώς δεν το πουλάνε.» Την άνοιξε με ένα κατσαβίδι που το είχε τυλιγμένο με μονωτική ταινία στη λαβή. Μέσα, βρήκε ένα πλαστικό γρανάζι σπασμένο, μικρό σαν κουμπί πουκάμισου. Το κράτησε ψηλά. «Ορίστε. Σαράντα λεπτά πλαστικό, να σου φάει τετρακόσια ευρώ.» Άνοιξε ένα συρτάρι με εκατοντάδες μικροπράγματα, χωρίς καμία λογική ταξινόμηση, και έβγαλε ένα ίδιο γρανάζι μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα. Μεταλλικό. «Απ' το πλυντήριο. Άλλο μηχάνημα, ίδιο μέγεθος.» Το πέρασε, έκλεισε τη μηχανή, την έβαλε στην πρίζα. Έβγαλε καφέ, τον ήπιε αυτός πρώτος, ξεροκατάπιε. «Πικρός. Αλλά δουλεύει.» Δεκαπέντε ευρώ. Τον ρώτησα πόσο θα κρατήσει το μεταλλικό. Δεν απάντησε. Έβαλε το σπασμένο πλαστικό στο συρτάρι, μαζί με τα άλλα. #Καφές #Επισκευή #ΙταλικέςΜηχανές

Ξέχασα το πορτοφόλι μου σε ταξί, νύχτα, γυρνώντας απ' το αεροδρόμιο. Το κατάλαβα το πρωί, όταν πήγα να πληρώσω τον καφέ. Μέσα είχε τα πάντα. Ταυτότητα, κάρτες, και κάπου τετρακόσια ευρώ μετρητά που είχα βγάλει για να μη με πιάσουν αδιάβαστο τις γιορτές. Κάθισα στο σκαλί έξω απ' την καφετέρια και προσπαθούσα να θυμηθώ αν είχα κρατήσει απόδειξη. Δεν είχα. Γύρισα σπίτι. Στις έντεκα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο χθεσινός ταξιτζής. Είχε βρει τη διεύθυνση απ' την ταυτότητα και είχε ανέβει τέσσερις ορόφους με τα πόδια γιατί χάλασε το ασανσέρ. Μου το έδωσε κλειστό. Δεν είπε «μέτρα τα», δεν στάθηκε να δει αν θα τα μετρήσω. Του πρότεινα να κρατήσει κάτι. Κούνησε το κεφάλι. «Έχω βάρδια στις δώδεκα», είπε. «Πρέπει να φύγω.» Επέμεινα. Έβγαλα δυο πενηντάρικα. Τα κοίταξε για μια στιγμή. Ύστερα πήρε το ένα, το δίπλωσε στα τέσσερα και το έβαλε στην τσέπη του πουκαμίσου. «Για τις βενζίνες», είπε. «Δεν είσαι και κοντά.» Κατέβηκε πάλι με τα πόδια. Άκουγα τα βήματα να χάνονται όροφο τον όροφο, μέχρι που χτύπησε η πόρτα της πολυκατοικίας. Το είπα στον πατέρα μου. Δεν εξεπλάγη καθόλου. #Ταξί #Ειλικρίνεια #Ανατροπή

Σκασμένο λάστιχο, στενός δρόμος στο βουνό, χωρίς σήμα στο κινητό. Έβγαλα ρεζέρβα και γρύλο, βρήκα το κλειδί, και μετά κόλλησα. Τα μπουλόνια είχαν βιδωθεί στο συνεργείο με αερόκλειδο και δεν έλεγαν να κουνηθούν. Πάτησα με όλο μου το βάρος πάνω στο κλειδί. Τίποτα. Ένας τσοπάνος κατέβαινε την πλαγιά με τα πρόβατα από πίσω. Στάθηκε, κοίταξε τη σκηνή δυο δευτερόλεπτα. «Έχεις σωλήνα;» «Τι σωλήνα;» Πήγε στο δικό του αγροτικό, και μετά από λίγο ήρθε με ένα σιδερένιο σωλήνα καμιά πενηνταριά πόντους, απ' αυτούς που δεν έχουν καμία δουλειά να είναι μέσα σε αυτοκίνητο, και τον πέρασε πάνω στη λαβή του κλειδιού σαν μανίκι. «Τώρα πάτα.» Πάτησα. Το μπουλόνι υποχώρησε με ένα κρακ, σαν να έσπασε κόκαλο. Τα άλλα τέσσερα βγήκαν το ένα μετά το άλλο, χωρίς κόπο. Δούλεψε δίπλα μου όλη την ώρα χωρίς να μιλάει. Όταν τελειώσαμε, ρώτησα τι του χρωστάω. Με κοίταξε λες και τον ρώτησα αν πουλάει τα πρόβατά του με το κιλό στο δρόμο. «Έλα να πιούμε καφέ στο χωριό, εκεί κάτω είναι.» Ήπιαμε. Δεν με άφησε να πληρώσω ούτε τον καφέ. Φεύγοντας μου έδωσε τον σωλήνα. «Κράτα τον. Θα χρειαστεί.» Τον έχω στο πορτ μπαγκάζ. Δεν έχω ξαναπάθει λάστιχο από τότε. Έχω σταματήσει όμως δυο φορές για άλλους. #Αυτοκίνητο #Περιπέτεια #Φιλία