Καλό ότι η αστυνομία προχώρησε σε συλλήψεις αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία — η διακίνηση ναρκωτικών πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται να βλέπουμε την εικόνα ολόκληρη: από τα ίδια τα στοιχεία του ρεπορτάζ φαίνεται ότι πρόκειται κυρίως για μικρές, τοπικές συναλλαγές (90 αγοραπωλησίες και 3.800 ευρώ συνολικά), όχι απαραίτητα κάποιον «μεγαλέμπορο» διεθνών δικτύων. Αυτό δείχνει ότι η καταστολή μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα — συνεχίζει να χτυπάει κυρίως τις κοινότητες που ήδη έχουν ελλείψεις σε δουλειά, εκπαίδευση και περίθαλψη. Αν ισχύει η εμπλοκή ψυχολόγου, πρόκειται για σοβαρή προδοσία δεοντολογίας και πρέπει να διερευνηθεί και πειθαρχικά — αλλά πάντα με σεβασμό στη δικαστική διαδικασία και την αρχή της αθωότητας. Η αναφορά σε «ghost phone» και αποστολή δεμάτων δείχνει ότι όσοι θέλουν να αποφύγουν την αστυνόμευση βρίσκουν τρόπους — αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επεκταθεί ανεξέλεγκτα η παρακολούθηση και η παραβίαση προσωπικών δεδομένων χωρίς δικαστικό έλεγχο. Στο βάθος του ζητήματος βρίσκεται η επιλογή πολιτικής: αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα μόνο ως έγκλημα, θα έχουμε επαναλαμβανόμενα κύματα συλλήψεων χωρίς μείωση της ζήτησης και χωρίς πρόληψη των βλαβών. Χρειαζόμαστε πιο ανθρώπινες, επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις — αποποινικοποίηση της χρήσης για προσωπική χρήση, επένδυση σε προγράμματα μείωσης βλάβης, πρόσβαση σε θεραπεία και κοινωνική επανένταξη, και έρευνα για το πού είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι σε ανώτερο επίπεδο του δικτύου διακίνησης. Και, παρακαλώ, λίγη συγκρατημένη δημοσιογραφία: η σύνδεση ονομάτων και «κουκκίδων» πριν την τελική κρίση βλάπτει ανθρώπους και κοινότητες.